Συνεταιριστικές αρχές και αξίες

Συνεταιριστική ταυτότητα – ορισμός

Οι πρωτοπόροι του Rochdale στο Μάντσεστερ της μεγάλης Βρετανίας θεωρούνται γενικά ως αυτοί που έθεσαν το πρωτότυπο των σύγχρονων συνεταιρισμών και οι ιδρυτές του συνεταιριστικού κινήματος κατά το έτος 1844. Οι αρχές στις οποίες στηρίχθηκαν όσον αφορά τον τρόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας εξακολουθούν να είναι αποδεκτές μέχρι σήμερα ως τα θεμέλια πάνω στα οποία λειτουργούν όλοι οι συνεταιρισμοί. Οι αρχές αυτές έχουν αναθεωρηθεί και εκσυγχρονιστεί, αλλά παραμένουν ουσιαστικά οι ίδιες με εκείνες που εφαρμόστηκαν από τους πρωτοπόρους του Rochdale.

Διεθνής αποδεκτός ορισμός της συνεταιριστικής ταυτότητας

(όπως αυτός υιοθετήθηκε στο συνέδριο της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας, (I.C.A.) το 1995 στο Μάντσεστερ του Ηνωμένου Βασιλείου)

“Συνεταιρισμός” είναι μια αυτόνομη Οργάνωση προσώπων τα οποία συνδέονται εθελοντικά µε σκοπό να εξυπηρετήσουν τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες και επιδιώξεις τους µέσω μιας συμμετοχικής και δημοκρατικά ελεγχόμενης επιχείρησης.

Αρχές και αξίες των συνεταιρισμών

Η ζωή και η εργασία σε μια συνεταιριστική επιχείρηση διέπονται από ορισμένες αξίες. Αυτές οι αξίες είναι η αυτοβοήθεια, η αυτοευθύνη, η δημοκρατία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη και οι ηθικές αξίες της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, της κοινωνικής ευθύνης και της μέριμνας για τους συνανθρώπους.

Οι συνεταιριστικές αρχές είναι οι κατευθυντήριες γραμμές με τις οποίες οι συνεταιρισμοί μπορούν να θέσουν τις αξίες τους σε εφαρμογή.

1η αρχή: Εθελοντική και ανοικτή ιδιότητα μέλους

Οι συνεταιρισμοί είναι εθελοντικές οργανώσεις, ανοικτές σε όλους τους ανθρώπους που είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες τους και πρόθυμοι να αποδεχτούν τις ευθύνες της συμμετοχής τους ως μέλη, δίχως καμία διάκριση φύλου, κοινωνική, φυλετική, πολιτική ή θρησκευτική.

2η αρχή: Δημοκρατικός έλεγχος των μελών

Οι συνεταιρισμοί είναι δημοκρατικές οργανώσεις που ελέγχονται από τα μέλη τους, τα οποία συμμετέχουν ενεργά στον καθορισμό των πολιτικών τους και την λήψη των αποφάσεων. Οι άνδρες και οι γυναίκες που υπηρετούν ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι είναι υπόλογοι έναντι των μελών. Στους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς η ψήφος του κάθε μέλους έχει την ίδια βαρύτητα σύμφωνα με τον κανόνα «ένα μέλος, μια ψήφος», οι συνεταιρισμοί ανωτέρων βαθμίδων οργανώνονται επίσης κατά δημοκρατικό τρόπο.

3η αρχή: Οικονομική συμμετοχή των μελών

Τα μέλη συμμετέχουν ισότιμα στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού τους και στον έλεγχό του με δημοκρατικές μεθόδους. Μέρος, τουλάχιστον, αυτού του κεφαλαίου είναι συνήθως η κοινή περιουσία του συνεταιρισμού. Τα μέλη συνήθως λαμβάνουν περιορισμένη αποζημίωση, αν λαμβάνουν, για το κεφάλαιο το οποίο καταβάλλουν ως προϋπόθεση για την συμμετοχή τους. Τα μέλη διαθέτουν τα πλεονάσματα για όλους ή μερικούς από τους ακόλουθους σκοπούς: την ανάπτυξη του συνεταιρισμού τους, πιθανόν για την δημιουργία αποθεματικών, μέρος των οποίων τουλάχιστον θα είναι αδιαίρετο, για την παραχώρηση ωφελημάτων στα μέλη αναλογικά με τις συναλλαγές τους με το συνεταιρισμό και για την προώθηση άλλων δραστηριοτήτων που εγκρίνονται από τα μέλη.

4η αρχή: Αυτονομία και ανεξαρτησία

Οι συνεταιρισμοί είναι αυτόνομες, οργανώσεις αυτοβοήθειας που ελέγχονται από τα μέλη τους. Εάν συνάψουν συμφωνίες με άλλους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνήσεων, ή εάν εξασφαλίσουν κεφάλαιο από εξωτερικές πηγές, θα πρέπει να το πράττουν με όρους οι οποίοι θα διασφαλίζουν τον δημοκρατικό έλεγχο που ασκείται από τα μέλη τους και θα διατηρούν την συνεταιριστική αυτονομία τους.

Δείτε περισσότερα για τους συνεταιρισμούς στο κεφάλαιο 3 «Τα κυριότερα χαρακτηριστικά μιας συνεταιριστικής επιχείρησης» του Συνεταιριστικού Εγχειριδίου του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (σελίδα 27).